Του Μάνου Ελευθερίου
(προδημοσίευση)
Αυτοβιογραφία του Βαμβακάρη: «Τράβηξε η καρδιά μου να γράψω την ιστορία μου. Θέλω να την ιδώ γραμμένη και να τη διαβάσω από την αρχή ως το τέλος σα να ήταν κάποιου άλλου. Πιστεύω πως έτσι θα ξεθυμάνει το φούσκωμα της καρδιάς που μου σταλάξανε τόσα πολλά και διάφορα, τέτοια που ο καθένας δεν θα ήθελε να τα έχει στη δική του την ιστορία».
[…] «Όπως είχα γράψει εκείνο το τραγούδι που το έλεγα Μια χειμωνιάτικη βραδιά. Αυτό το ’χα γράψει στη Σύρα μικρός, δεκαπέντε δεκατεσσάρω, τόσο ήμουνα. Κι έκτοτε το θυμάμαι. Το’ γραψα, το πέταξα το χαρτί, αλλά το θυμάμαι απ’ όξω. Το ’χω ως έμβλημα αυτό. Και είχα από τότε το νου μου σ’ αυτή τη δουλειά, τη σύνθεση.
Μια χειμωνιάτικη βραδιά
μέσα σε μαύρη σκοτεινιά
γυρίζω μοναχός μου
με τρώει ο έρημος βοριάς
από τα φύλλα της καρδιάς
χτυπούσε ο παλμός μου
πάντα για ένα σύντροφο
γύριζα τον αγύριστο
τον κόσμο τον ντουνιά
κι αφού σκληρή δεν μ’ αγαπάς
με τρώει ο έρημος βοριάς
κι ο άστατος ντουνάς.
»Είμαστε παιδάκια στη Σύρα και πηγαίναμε και παίζαμε εκεί στην Πορτάρα, στην Πηγή, στο Πλατύ, στα Νερά και ελέγαμε κάτι τραγουδάκια, όχι τραγουδάκια, ποιήματα, άσημα πράματα, ούτε και καν τα θυμάμαι».
Άραγε να άκουσε ο Βαμβακάρης ποτέ τις περιλάλητες καντάδες που ακούγονταν στη νυχτερινή Ερμούπολη; Μάλλον ναι. Τις έκρυψε μέσα του χωρίς να το θέλει και χωρίς να το θέλει χρόνια αργότερα θα του ξεφύγουν ελάχιστες λέξεις για κείνα τα όργανα και για κάποιους συνθέτες ανώνυμους και επώνυμους των χρόνων εκείνων. «Δύο φλάουτα, κιθάρα και βιολί εξύπνησαν την συνοικίαν. Η καντάδα όμως αυτή φαίνεται πως ήξιζε τον κόπον διότι όλα τα παράθυρα είχαν ανοίξει και μετ’ ευχαριστήσεως οι υπ’ αυτά ευρισκόμενοι απελάμβανον».
Για τα λόγια των τραγουδιών και για τη μουσική ενώ στην αρχή προφασίζεται ότι δεν θυμάται τίποτα γιατί έφυγε μικρός, όσο ζεσταινόταν στην αφήγηση με τις μέρες άρχισε να θυμάται και να υπαγορεύει θαυμαστές λεπτομέρειες. Π.χ. «Τρίτο καραντουζένι είναι το συριανό βαρύ ζεμπέκικο: Χήρα μαυροφορεμένη, βρε, την καρδιά μου πώς κραδαίνεις και άλλο σε συριανό ντουζένι και ζεμπέκικο πάλι, γιουρούκικο είναι το: Μαύρα μάτια και μεγάλα, βρε, ζυμωμένα με το γάλα».Κι ακόμη σε άλλη περίοδο της εξομολόγησής του:«Της έδωσε δεκαφτά μαχαιριές. Τη σκότωσε. Το λέει και το παλιό, παμπάλαιο συριανό χασάπικο: Να πεθάνεις, να πεθάνεις, να πεθάνεις/ με τα νάζια και τα κόλπα που μου κάνεις» το οποίο συριανό παμπάλαιο τραγούδι το παρουσίασε αργότερα ως δικό του: «Να πεθάνεις, να πεθάνεις, να πεθάνεις/ με τα κόλπα/ με τα κόλπα που μου κάνεις, / Να πεθάνεις, να πεθάνεις, να μη ζήσεις/ αν εμένα, αν εμένα παρατήσεις» και ακόμη: «Στο Φάληρο που πλένεσαι, περιστεράκι γένεσαι. Αυτό είναι καθεαυτού συριανό ζεμπέκικο, ματζοράκι» το οποίο και αυτό παρουσίασε ως δικό του τραγούδι. Τα υπόλοιπα στους ειδικούς ερευνητές…
Οι λατέρνες (οργανάκια) στους δρόμους και οι ορχήστρες των καφενείων
«Η στιχουργία είχε αρχίσει μέσα στο πειθαρχείο (ο Βαμβακάρης είκοσι χρόνων, στα 1925, εκτός Σύρου). Έγραψα τους πρώτους μου στίχους εκεί μέσα. Τους πρώτους μου στίχους τους είχα γράψει προτού να μάθω όργανο, στη Σύρα». Και αναμνήσεις από τη μουσική ζωή της Σύρου των παιδικών του χρόνων: «… Τις Αποκριές κάθε Κυριακή επληρώναμε μια λατέρνα, οργανάκι που λένε, και μας έπαιζε το οργανάκι και χορεύαμε με τα ζεμπέκια στις αλάνες. Το οργανάκι δεν έπαιζε τ’ αποκριάτικα. Έπαιζε βαλς, καντρίλιες, συρτά, καλαματιανά, χασάπικα, ζεμπέκικα, σέρβικα. Η Σύρα είχε πολλά οργανάκια. Ήτανε πλημμυρισμένη. Τα φέρνανε από την Πόλη…».
Ήδη από τον 19ο αιώνα η μουσική και τα τραγούδια στους δρόμους ήταν απαραίτητο εξάρτημα των διασκεδάσεων της εργατικής κυρίως τάξης. Αναφέρω ελάχιστα από το θαυμαστό βιβλίο του Θωμά Δρίκου Η πορνεία στην Ερμούπολη τον 19ο αιώνα (Εφ. «Αστήρ των Κυκλάδων», του 1858):
«Νοστιμώτατον θέλει είναι τη αληθεία όταν διδασκομένων των μαθητών εις την εκκλησιαστικήν μουσικήν και ψαλλόντων χερουβικά και κοινωνικά [sic] και άλλα τοιαύτα ιερά άσματα, διαβαίνοντες έξωθεν του σχολείου τρεις τέσσερις βρακοφόροι [ασφαλώς Κρητικοί ή Χιώτες] και ενηγκαλισμένοι αλλήλους, … συμψάλλωσι το αδέσποτον εκείνο αμάν, ή άλλο τι εκ των αισχρών ασμάτων, τα οποία ασυστόλως τραγωδούσι καθ’ όλας τας οδούς της πόλεως…».
Στα 1861 ο Δ. Μ. καταδικάστηκε σε πρόστιμο μιας δραχμής διότι «είχεν εντός του κατά την Αγοράν ξενοδοχείου του μουσικούς παιανίζοντας και μουσικά όργανα εναντίον αστυνομικής διατάξεως».
Την ίδια χρονιά κάποιος καφεπώλης καταδικάστηκε σε πρόστιμο πέντε δραχμών διότι “εντός του καφενείου του είχεν διαφόρους τραγωδούντες εις ους εχορήγει μεθυστικά ποτά”. Οι βρακοφόροι κυκλοφορούσαν στην Ερμούπολη σχεδόν μέχρι τη δεκαετία του 1920. Οπωσδήποτε θα τους είχε δει ο Βαμβακάρης.
Τα υπαίθρια καφενεία και ζαχαροπλαστεία του νησιού (ήδη στα 1889 υπήρχαν και γερμανίδες τραγουδίστριες που “χώριζαν αντρόγυνα” με τα σκέρτσα τους!) τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, που πρόλαβε ο Βαμβακάρης, εκτός από Καραγκιόζη, Φασουλή ή Κινηματογράφο, παρουσίαζαν και μικρές ορχήστρες που έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής και τα πιο γνωστά κομμάτια από τις όπερες Τόσκα, Τροβατόρε, Κάρμεν, και Τραβιάτα. Στις 12.6.1910 στο δροσόλουστο παραθαλάσσιο καφενείο τα «Κύματα» έπαιζε «ορχήστρα εκ τριών οργάνων, υπό την διεύθυνσιν του γνωστού κλειδομυμβαλιστού κ. Νεράτζη, ένθα πλείστος κόσμος τρέχει κατά τας νυκτερινάς ιδίως ώρας, απολαμβάνων ομού με την θαλασσίαν αύραν και την συναρπάζουσαν μουσικήν».
Δεν αντέχω να παραλείψω τρία μικρά σημειώματα της εφ. «Απόλλων» της 25 Οκτωβρίου 1906, της «Παλιγγενεσίας» της 25 Μαΐου 1913 και της εφ. «Αυγή» λίγα χρόνια αργότερα, στις 3 Ιανουαρίου 1916. Από σύμπτωση αναφέρονται και όσα όργανα θυμάται ο Βαμβακάρης:
«Εις το μέγα ζαχαροπλαστείον εν τη πλατεία, το διευθυνόμενον ήδη υπό της κυρίας Μαρίας Αντωνίου, τελεία ορχήστρα εκ δύο βιολίων, κλειδοκυμβάλου [πιάνου] και πλαγιαύλου [φλάουτου] τέρπει την φιλόμουσον πελατείαν αυτού. Η γνωστή οικογένεια των καλλιτεχνών Κρασσά αποτελεί την ορχήστραν και τούτο και μόνον αρκεί δια να είναι τις βέβαιος ότι εκεί ακούει όντως μουσικήν. Οι συμπολίται δέον να υποστηρίξωσι το κατάστημα τούτο, διότι θα έχωσι κέντρον ευάρεστον συναθροίσεως κατά τας εσπερινάς ώρας».
«Προ μηνός η πόλις μας απολαμβάνει ένα από τους ολίγους Έλληνας καλλιτέχνας, τον κ. Μιχ. Σκλάβον. Ο κ. Σκλάβος διέπρεψεν ως πλαγιαυλιστής και μουσικοδιδάσκαλος επί πολλά έτη εν Ευρώπη, εσχάτως δε διετέλεσεν Flutist εις την Opera Khediviale του Καΐρου και διευθυντής τής του Gran Trianon του θεάτρου Jardin des Esbakie ορχήστρας ως και ορχηστρών των μεγάλων ξενοδοχείων των περιηγητών της πόλεως εκείνης. Τον κ. Σκλάβον θα απολαύσωμεν καθ’ όλην την θερινήν περίοδον εις την ορχήστραν του αριστοκρατικωτέρου κέντρου της πόλεώς μας και ζυθοπωλείου κ. Γ. Τσαμασφίρη».
Δεν ήταν μόνο τα οργανάκια, τα οποία άλλωστε είχαν ελάχιστα χρόνια παρουσίας. Ήταν κυρίως οι πλανόδιοι οργανοπαίκτες. Όσοι έτρεχαν με την ψυχή στο στόμα από καφενείο σε καφενείο για να διασκεδάσουν τους μεθυσμένους θαμώνες, από τους οποίου δέχονταν και την τελευταία τους δραχμή, καθώς ήταν από τις μετρημένες χαρές της βασανισμένης ζωής τους. Έτρεχαν όμως και σε γάμους όταν τους ζητούσαν, σε βαπτίσεις και στις διασκεδάσεις ονομαστικών εορτών.
Οσάκις δεν υπήρχαν όργανα οι μεθυσμένοι θαμώνες των καφενείων τραγουδούσαν σχεδόν μέχρι τα χαράματα τα τραγούδια της εποχής μην αφήνοντας σε ησυχία τους εργατικούς νοικοκυραίους που ήθελαν να κοιμηθούν ακόμη λίγο πριν ξεκινήσουν νωρίς νωρίς για τα εργοστάσια. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους θαμώνες έκαναν δουλειές του ποδαριού ή δούλευαν στο λιμάνι ως εκφορτωτές.
Ο Θωμάς Δρίκος στο βιβλίο του Η πορνεία στην Ερμούπολη το 19ο αιώνα έχει αλιεύσει κάμποσα παρόμοια δυσάρεστα περιστατικά. Φαίνεται πως ήταν τέτοιος ο χαμός στην Ερμούπολη, δύο βήματα από την ήσυχη, πλην εξίσου πάμπτωχη και βασανισμένη Άνω Σύρο, τον κόσμο του Βαμβακάρη, που τα περισσότερα έφταναν ως τα δικαστήρια για να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Ενδεικτικά αναφέρω μερικές αποφάσεις του πταισματοδικείου Ερμουπόλεως: Ο Ιωάννης Αλεξάνδρου, καφεπώλης, γεννηθείς στη Νάξο, 28 χρόνων, καταδικάστηκε σε πρόστιμο 5 δραχμών «διότι την 4 Ιανουαρίου, περί ώραν 1.30 π.μ. είχεν εντός του ρηθέντος καφφενείου του διαφόρους τραγωδούντες εις ους εχορήγει μεθυστικά ποτά» αριθ. αποφάσεως 5, 6 Μαρτίου 1861.
Ο Νικόλαος Ευφροσυνίδης, καταδικάστηκε ερήμην σε κράτηση δύο ημερών «διότι εντός του καφφενείου του από του μεσονυκτίου μέχρι την 3ην νυκτερινήν, μουσικοί και πολίτες ετραγώδουν», αριθ. αποφάσεως 36, 4 Απριλίου 1861.
Μερικοί άλλοι αθωώθηκαν «παρ’ ότι επαιάνιζον μουσικά όργανα κατά την αγοράν και τας συνοικίας».
Οι Γεώργιος Πρίντεζης και Αντώνιος Μαραγκός, ασφαλώς κάτοικοι της Άνω Σύρου ή των χωριών, καταδικάστηκαν σε πρόστιμο τριών δραχμών διότι «έπαιζον τσιβούριον [το καταραμένο όργανο] και ετραγώδουν αισχρά άσματα εις το καφφενείον» αριθ. αποφάσεως 73, 29 Νοεμβρίου 1874. Δεν έχουν μήτε αυτά τέλος. Αναφέρω ολόκληρα τα ονοματεπώνυμά τους δεδομένου ότι οι «τρομερές πράξεις» τους ήταν θεάρεστες.
Λίγα χρόνια αργότερα, στις 20 Φεβρουαρίου 1887, κάποιος Γεώργιος Βαμβακάρης, 35 χρόνων καταδικάστηκε σε πρόστιμο 8 δραχμών “διότι την νύκτα της 25 Ιανουαρίου περί την 2.30 π.μ. είχεν ανοικτόν το εις τα Καταλύματα οινοπωλείον του και εντός αυτού ανθρώπους άδοντας πίνοντας και διασκεδάζοντας με οργανάκι” και όχι γονατιστοί και προσευχόμενοι για τη σωτηρία του κόσμου.
Τα Καταλύματα ή Καλυβάκια ήταν από τη δεκαετία του 1830 κιόλας το “υγιέστερον μέρος της πόλεως”, ο χώρος που διάλεξαν να έχουν τα σπίτια τους και να εργάζονται σ’ αυτά, έως το τέλος σχεδόν του 19ου αιώνα “αι γυναίκες της απωλείας”. “Το μέρος ήτο απόκεντρον και μακράν εντίμων οικογενειών”. Με τα χρόνια οι γυναίκες κατέβηκαν στο κέντρο της Ερμούπολης και εκεί τις βρήκε ως εφημεριδοπώλης ο δικός μας Βαμβακάρης να βγαίνουν στα μπαλκόνια για την άγρα πελατών και να τον φωνάζουν ν’ ανέβει για ν’ αγοράσουν εφημερίδες και περιοδικά.
Αυτό το τσιβούριον, το σαντούρι, τα «αισχρά άσματα», τα βαλς «του θεάτρου», τα σμυρναίικα των πλανόδιων μουσικών, τα οργανάκια (λατέρνες), τα κάλαντα, η φυσαρμόνικα, η τραμπούκα (τύμπανο), τα μπουζούκια, οι γκάιντες, το ταμπούρλο, το χασάπικο, το σέρβικο, το αρμόνιο της καθολικής εκκλησίας και οι θρησκευτικοί ύμνοι που άκουγε μικρό παιδί –και πολλές φορές σε μεγάλη ηλικία- με τους «λυπητερούς σκοπούς του Επιταφίου» είναι, νομίζω, οι μουσικοί του πρόγονοι που πρόλαβε να γνωρίσει και να τον ακολουθούν σε όλη του τη ζωή.
Εδώ θέλω να κάνω μια μικρή παρένθεση. Στα χρόνια που έμεινα μικρό παιδί στη Σύρα, στο τέλος της δεκαετίας του 1940, πρόλαβα μερικούς ηλικιωμένους πλανόδιους μουσικούς που έπαιζαν σαντούρι, ένα όργανο που με μάγευε, και μπουζούκι και άκουγα να τους αναφέρουν με ονόματα που δε βρήκα στον κατάλογο που μου παραχώρησαν ευγενικά από το Ιστορικό Αρχείο της Ερμούπολης. Πιθανότατα να ήταν «παρατσούκλια» ή, το πιθανότερο, η μουσική να μην ήταν το κύριο επάγγελμά τους. Το δυσάρεστο είναι ότι ρωτώντας πριν από λίγα χρόνια παλαιούς Συριανούς κανένας δεν θυμάται ονόματα. Αφήνω δε ότι Βαμβακάρης στα μάτια των παλαιών Απανωσυριανών ήταν «υποκείμενο κατωτάτης υποστάθμης». Έτσι ακριβώς. Ιδιαίτερα όταν διάβασαν ή τους διάβασαν την Αυτοβιογραφία του.
***
Αυτοβιογραφία: «Ο πατέρας μου εκτός από τη γκάιντα, έπαιζε και λίγο μπουζούκι, έτσι λιγάκι μόνο. Από τη Σύρα ακόμη, πιτσιρίκος άκουσα πολλούς παλαιούς μπουζουξήδες. Το Μανωλάκη τον Τρεισήμιση απ’ την Απάνω Χώρα, το Στραβογιώργη τον αόματο, τον Μαούτσο, τον Αντρικάκη, τους κουρείς Βαφέα και Καραγιάννη και τον Παγκαλάκη, ο οποίος έπαιζε άριστον τζουρά. Αυτοί όλοι είναι Συριανοί. Κι άλλους τους άκουσα να παίζουν εκεί στη Σύρα όταν ήμουνα παιδάκι και δεν είχα ιδέα απ’ αυτή τη δουλειά, και άλλους εδώ, στους τεκέδες. Ο Βαφέας με τ’ όνομα ήτανε δικός μου, Φραγκοσυριανός από την απάνω Χώρα. Ήτανε κουρεύς. Πήγαινα στο κουρείο του. Από τότες δηλαδή έδειχνε ότι εγώ μ’ άρεζε αυτό το όργανο. Κι έφευγα τώρα από το Σκαλί που καθόμαστε και πάγαινα στο Βορνά, είκοσι λεπτά δρόμο. Πήγαινα κεί στο καφενείο να πούμε και καθόμουνα και άκουγα αυτόν τον άνθρωπο όταν ήταν η ώρα που έπαιζε. Ταξίμια έπαιζε. Δημοτικά δεν υπήρχανε στη Σύρα εξόν από κανένα συρτό, από κανένα καλαματιανό. Αυτά. Κάτι πάππου προς πάππου.
»Ο Καραγιάννης, Φραγκοσυριανός κι αυτός, άσος κι αυτός. Εγώ δεν τον άκουσα αλλά, όπως έλεγε ο πατέρας μου, έπαιζε πολύ καλά. Κι αυτός έπαιζε ταξίμια, κάτι πόλκες, κάτι βαλς, κάτι τέτοια πράματα. Αυτοί οι μπουζουξήδες στη Σύρα παίζαν μόνοι, όμως σε γάμους σε βαφτίσια τους παίρνανε αυτουνούς και διάφορα άλλα όργανα π.χ. παίρνανε τον Καραγιάννη, παίρνανε σαντούρια, παίρνανε και κλαρίνα, κιθάρες κι απαρτίζανε μια κομπανία από 4-5 άτομα και πηγαίνανε στα πανηγύρια και σε όλα. Κάτω στην Ερμούπολη υπήρχαν μουσικοί πολλοί. Και μέχρι τώρα ακόμα υπάρχουν.
Υπήρχε ένα κέντρο του Κοληόπουλου. Το θυμάμαι. Κι είχε μουσική, ορχήστρα, κι έπαιζε κάθε βράδυ· βιολιά, σαντούρια, πιάνα, ούτι, όχι μπουζούκια. Παίζανε διάφοροι ρυθμοί αλλά περισσότερα ελαφρά. Διαβάζανε, γράφανε, παίζαν, απ’ όλα. Πάντα υπήρχε μια ορχήστρα στη Σύρα. Και μια και δυο».
Στα 1914 όταν ο Βαμβακάρης ήταν εννιά χρόνων και μπασμένος για καλά στο περιθώριο της Ερμούπολης, οι εφημερίδες αναφέρουν συνεχώς όχι μόνο τα μικρά καθημερινά πταίσματα των κατοίκων ή τα θλιβερά σπουδαιότερα περιστατικά τα οποία οδηγούσαν τους δράστες στη Δικαιοσύνη, όχι μόνο για το λαθρεμπόριο, το οποίο μνημονεύει ο Βαμβακάρης με θαυμαστή λιτότητα, αλλά και για τη λαίλαπα των απεργιών εργατών βυρσοδεψείων και εργατριών κλωστηρίων, όπου εκεί εργαζόταν η μητέρα του άγνωστο για πόσο διάστημα:
«Στο 1915 κυρίζεται ο αποκλεισμός από τους συμμάχους.Τότες οργίαζε το λαθρεμπόριο. Ο θείος μου ο μπακάλης έκανε κι αυτός λαθρεμπόριο ζάχαρης και τσιγαρόχαρτου. Ο πατέρας μου βοηθούσε τον κουνιάδο του, μα κι η μητέρα μου βοηθούσε. Εζωνότανε σαν μπλάστρι τη ζάχαρη και το τσιγαρόχαρτο και το κουβαλούσε στην αγορά, στον Πέτσα τον μπακάλη. Από τις πολλές φορές ένας υπενωματάρχης, ο Κιράνης, μας έπιασε. Μας κουβαλήσανε τότες στο κρατητήριο, τη μάνα και μας τα τρία. Εμένα και τα μωρά, το ένα στην αγκαλιά. Δικαστήκαμε και πήγαμε στη φυλακή κι εμείς τα μωρά μαζί με τη μάνα μας, δεκαπέντε μέρες».
Στη μαγκιά
Αυτοβιογραφία: … «Μετά από όλα αυτά τα γεγονότα κατέβηκα στη πόλη μέσα στη Σύρα για να πιάσω οποιαδήποτε δουλειά και αν έβρισκα. Πήγα σ’ ένα κρεοπωλείο, χασάπης με κάποιο Λούη Κανέλη, άνθρωπο καλό και πολύ ζόρικο, ο οποίος είχε εγκληματήσει στη Σύρα. Οι Συριανοί είχαν καταθορυβηθεί με το πρώτο εκείνο έγκλημα ανάμεσα σε δυο καθολικούς. Έφυγα από κοντά του γιατί τον εφοβόμουνα. Επήγα μετά σ’ έναν άλλο χασάπη, παραγιός, του Ιωάννη Μίγτα, που ήταν βλάσφημος, νευρικός, αλλά πολύ εντάξει στις συναλλαγές του. Όμως δεν έμεινα κι εκεί πολύ. Κάποιος δημοσιογράφος και εκδότης, ονόματι Ζούλας, εξέδιδε τότε την τοπική εφημερίδα με τίτλο το Παράρτημα και ζητούσε μικρά παιδιά για να πουλούν τις εφημερίδες του. Δεν έχασα καιρό και αμέσως πήγα και τον βρήκα. Μόλις με είδε με κράτησε αμέσως και έτσι άρχισα το καινούργιο μου επάγγελμα, δηλαδή εφημεριδοπώλης.
»Μαζί με μένα ήταν περίπου τριάντα παιδιά ακόμη που όλα πουλούσαν σαν κι εμένα εφημερίδες. Ο εκδότης μας είχε όλα τα παιδιά ομοιόμορφα ντυμένα για διαφημιστικούς σκοπούς, και μας έδινε φαγητό και ύπνο το βράδυ για όσους ήθελαν. Εγώ τις περισσότερες φορές κοιμόμουν εκεί με τα άλλα παιδιά, όλα μαζί σε ένα δωμάτιο σαν στρατιώτες, και εκεί μέσα έβλεπε και άκουγε κανείς ότι δεν μπορούσε να φανταστεί.
»Άρχισα να βλέπω και να γνωρίζω από κοντά τη ζωή του αλήτη, τον υπόκοσμο, την ατιμία, τη χαρτοπαιξία και όλα τα κακά της μοίρας. Αλλά εγώ ήμουν αμέτοχος λόγω κυρίως της ηλικίας μου. Αφού δεν ήσουνα σπίτι σου, μικρό παιδί, τι περίμενες να πας να κάνεις εκεί πέρα, που ήταν άλλοι μικρότεροι, άλλοι μεγαλύτεροι; Παλιοδουλειές, παλιοαθρώποι, διάφορα πράματα γινόντουσαν. Με συγχωρείς, γαμιόντουσαν εκεί μέσα. Κι αλλονώνε πήραν κακοί δρόμοι αργότερα. Δηλαδή αυτό ήταν διαφθορείο, διαφθορείο. Τον Ζούλα δεν τον ένοιαζε. Τι να τον ένοιαζε; Αυτοί ήταν αθρώποι που κοιτάζαν τα λεφτά, κι οικονόμαγε πολλά.
»Λοιπόν εκεί στον Ζούλα μαζευόντουσαν εκεί πέρα διάφοροι κλεφταράδες, μυστήριοι, απ’ όλα. Πόσες φορές ερχόντουσαν η αστυνομία κι ετσάκωνε κανένα. Ρε πούστη που πήγες εχτές κι έκλεψες εκείνο; Ξύλο! Σου λέω παλιοδουλειά. Έχω φάει τη μαγκιά με το κουτάλι».
***
Το Φεβρουάριο του 1911 τρία χρόνια πριν γνωρίσει ο Βαμβακάρης το παιδικό περιθώριο η εφ. «Αυγή», του “μέχρι παθήσεως” ελεγκτή των ηθών και μονομανούς ζηλωτή της αξιοπρέπειας, της θρησκευτικής πίστης και του ίσου δρόμου των ανθρώπων, εκδότη Π. Μ. Στεφάνου, έγραφε για την κατάντια αυτών των παιδιών:
«Η νεαρωτάτη κοινωνία μας τα μικρά παιδιά και εις τα δύο πόλεις [Ερμούπολη και Άνω Σύρο] τόσον εις τας κεντρικάς όσον και εις τας αποκέντρους συνοικίας αφέθησαν εις την τύχην των, και η διαφθορά αυτών προχωρεί, χωρίς οι αρμόδιοι να λαμβάνουν μέριμνα. Εις κάθε γωνίαν πάσης γειτονιάς όμιλοι μικρών παιδιών καταγίνονται εις τα γνωστά χρηματικά παιγνίδια.Ούτως η λάκκα, το τοιχαλάκι, το κορώνα ή γράμματα ευρίσκονται παρά τον παιδικόν κόσμον εις την ημερησίαν διάταξιν. Αυτοί δε είνε οι μέλλοντες λωποδύται και οι χαρτοπαίκται της αύριον. Και η αστυνομία και οι γονείς αγρόν ηγόρασαν, κατά το Ευαγγέλιον!
»Οι μικροί ούτοι χαρτοπαίκται όσα χρήματα κερδίζουν ή αποκρύπτουν από τους γονείς, όσα ημπορούν να αφαιρέσουν από τις τσέπες των οικείων των, τα παίζουν την Κυριακήν το απόγευμα εις το τοιχαλάκι ή την λάκκα. Υπάρχουν και άλλοι, μεγαλύτεροι, άνδρες ωρίμου πλέον ηλικίας, οι οποίοι και παρασύρουν τα μικρά παιδιά εις τα συχαμερά αυτά τυχηρά παιγνίδια δια να αρπάξουν με την επιτηδιότητά των τα χρήματα των μικρών· και η αστυνομία καθεύδει, οι δε γονείς κοιμώνται. Και δεν εννοώ ότι το κορώνα ή γράμματα είνε το γυμναστήριον των λωποδυτών της αύριον, των χαρτοπαικτών του μέλλοντος! Διότι οι παίζοντες χρήματα μικροί δια να εξοικονομήσουν πεντάρες και δεκάρες θα κλέψουν, θα παραμελήσουν την εργασίαν των, θα ψευσθούν […]».
Στις 5 Μαρτίου 1911 η εφ. «Παλιγγενεσία» γράφει για ένα ζήτημα δημοσίας ηθικής και αφορά κυρίως τα καφενεία τα οποία δέχονταν ως θαμώνες τα παιδιά. Κάτι τέτοιο φυσικά ήταν αδιανόητο για την Άνω Σύρο. Δυστυχώς καμιά εφημερίδα στη διάρκεια χρόνων και χρόνων δεν έψαξε, δεν ρώτησε, δεν έμαθε και δεν έγραψε για ποιο λόγο τα παιδιά εκείνου του καιρού ήταν θαμώνες καφενείων και ζυθοπωλείων και μάλιστα σε ώρες όπου υποτίθεται θα βρίσκονταν στο σχολείο ή έστω σε μια εργασία:
«Ζήτημα αφορών εις την δημοσίαν ηθικήν, άλλ’ ατυχώς τέλεον παραμελούμενον, συνιστώμεν τοις αρμοδίοις όπως λάβωσι σοβαρώς υπ’ όψιν. Πρόκειται περί των εν ταις διαφόροις συνοικίας της πόλεως λειτουργούντων κέντρων οκνηρίας, τα οποία κατ’ ευφημισμόν μεν λέγονται καφενεία, κυρίως όμως είνε μολυσματική εστία εξαχρειώσεως και διαφθοράς.
»Υπάρχουσι βεβαίως και εν ταις συνοικίαις αξιοπρεπή καταστήματα, και δη καφενεία, εν οις φοιτώσιν άνδρες σεβαστοί και έντιμοι εργατικοί, ίνα μη αδίκως παρεξηγηθώμεν. Διότι ενταύθα πρόκειται περί εκείνων των νυκτοβίων ούτως ειπείν καταγωγίων, εν οις συναγελάζονται όλως ανήλικοι παίδες, έφηβοι, σπουδάζοντες εκείσε την καθ’ όλου εξαχρείωσιν και διαφθοράν, όσον ίσως δεν αναπτύσσονται εν τη παιδεία των γραμμάτων οι ευφυέστεροι των εις τα διάφορα εκπαιδευτήρια φοιτώντων μαθητών.
»Εάν δε πολίτης τις παρατηρήση τούτο προς τινα αστυνομικόν, θ’ακούση ότι τα τοιαύτα καταστήματα χαίρουν δικαίωμα να είνε ανοικτά, διότι πληρώνουσι φόρον!
»Αφ’ου είνε φαντασιώδες να είπη τις ότι τοιαύτα τρώγλαι ουδ’ επί στιγμήν έπρεπε ν’ ανοιχθώσιν, ως πηγή διαφθοράς, τουλάχιστον η αστυνομία δέον να ενεργή τακτικάς και αυστηράς επιθεωρήσεις εν αυταίς, να εκδιώκη δε και τους επειλημμένους εις τοιαύτα μέρη συχνάζοντας ανηλίκους θαμώνας, έστω και δια του βούρδουλα, να νουθετήση δε ευπρεπώς και κοσμίως τους διευθύνοντας αυτά όπως του λοιπού επ’ ουδενί λόγω επιτρέπωσιν εις νήπια να εισέρχονται εις μέρη αποκλειστικώς δι΄ανδρας».
Η ίδια εφημερίδα επανέρχεται, αναστατωμένη για την τύχη της νεολαίας της Ερμούπολης λίγο καιρό μετά, στις 8 Ιουνίου 1913:
«Περί ώραν 10 μ.μ. εισελθόντες εις τι κεντρικόν οινοπωλείον ευρέθημεν προ θεάματος, το οποίον μας ενέβαλεν εις πολύ θλιβεράς σκέψεις δια το μέλλον της κοινωνίας μας. Ομάς αποτελουμένη εξ 7 ατόμων, εκ των οποίων το μεγαλύτερον δεν ήτο ανώτερον των 10 ετών, εκάθητο εντός του οινοπωλείου και πέριξ τραπέζης επί της οποίας ευρίσκοντο πάντα τα σχετικά του οινοπωλείου, πάντα δε αναισχύντως εκάπνιζον και συνεζήτουν. Φρονούμεν ότι η Αστυνομία έχει καθήκον να περιστείλη το άτοπον τούτο, συνιστώσα εις τα όργανά της όπως περιέρχωνται τα διάφορα κεντρικά και απόκεντρα ταύτα καταστήματα, και όπου δήποτε ευρίσκουν τοιούτους θαμώνας να τους συλλαμβάνουν και να τους τιμωρούν αμειλίκτως. Ελπίζομεν ότι ο διευθυντής της Αστυνομίας κ. Β. Καστρινός παρά του οποίου η πόλις ελπίζει πολλά, θέλει αποβή εις αποτελεσματικήν θεραπείαν του ατόπου τούτου. Δια το οποίον πολλαί οικογένειαι τοιούτων αθώων υπάρξεων θα ευγνωμονώσιν αυτόν».
Τον αστυνόμο Β. Καστρινό επικαλείται και η εφ. «Το Βήμα», στις 23 Νοεμβρίου 1913, προκειμένου να επέμβει και να σώσει τη νεολαία:
«Έξωθι των ιερών ναών του Αγίου Γεωργίου και της Αναστάσεως, επωφελούμενοι της ώρας της θείας λειτουργίας κατά την Κυριακήν και τας εορτάς, πολλοί μόρτηδες παίζουσι ζάρι, λάκκα και άλλα τυχηρά παίγνια, πολλαχώς ασχημονούντες και αισχρολογούντες. Εις την δραστηριότητα του κυρίου Καστρινού συνιστώμεν όπως λάβη τα προσήκοντα μέτρα προς περιστολήν παραβάσεως των Νόμων ήτις δύναται ν’ αποβή λίαν επικίνδυνος δια το μέλλον των μικρών παραβατών».
Οι σπόντες και τα άρθρα καθημερινώς πολλαπλασιάζονται αλλά φαίνεται ότι στο τέλος εκείνοι που νικούν είναι τα παιδιά που γυρνούν στις ταβέρνες ή παίζουν λάκκα και βέβαια οι συμμορίες των ζητιάνων.
Στις 30 Νοεμβρίου η εφ. «Παλιγγενεσία» επανέρχεται για να κακίσει τους επαίτες και δη τα ανήλικα παιδιά που περιφέρονται σε καφενεία και οινοπωλεία «τας προκεχωρηκυίας ώρας».
Η έκκληση προς την αστυνομία επαναλήφθηκε και στις 7 Δεκεμβρίου «όπως δια των οργάνων της καταδιώξη τα εις τα καφενεία των διαφόρων συνοικιών συναθροιζόμενα ανήλικα παιδία τα οποία μετά το πέρας της εργασίας των [sic] χαρτοπαίζουν και οινοποτούν, χάνοντα ούτω πάντα τα χρήματα άτινα δια του ιδρώτος των κερδίζουν ολόκληρον την εβδομάδα»!
Η εφ. «ΕΡΜΟΥΠΟΛΙΣ» στις 18 Δεκεμβρίου 1871 αναφέρει:
«Η πόλις ημών οσημέραι πλουτίζεται δι’ ωδικών καφφενείων και αυτών πλουτιζομένων δι’ αοιδών και μουσικών! Ταύτα δε συντελούσιν εις την αραίωσιν των φοιτητών [ενν. θεατών] του ιταλικού μελοδράματος, εις ο παρατηρείται ότι ολίγος κόσμος φοιτά, ενώ η διασκέδασις αυτού είναι ασυγκρίτως καλλιτέρα της των ωδικών καφφενείων και κάτι ηθικωτέρα, πρόσθες και ευθυνοτέρα».
Το Φεβρουάριο του 1915, ο Βαμβακάρης δέκα χρόνων και σχεδόν μόνιμος κάτοικος της Ερμούπολης λόγω της δουλειάς του, γιορτάστηκε απ’ άκρη σ’ άκρη η Αποκριά και στη συνέχεια η Καθαρά Δευτέρα. Ασφαλώς ήταν εκεί ο μικρός Βαμβακάρης:
«Επί τρεις εβδομάδες καθ’ ο διάστημα διήρκεσεν η αποκριά, ο κόσμος διεσκέδασε, μετημφιέσθη, εχόρευσεν, ετραγώδησεν, ετέλεσε τα βακχεία εν οργάνοις, τα δε οργανάκια τα πολυθόρυβα επήραν και έδοσαν κατ’ οίκον και καθ’οδόν… Το απόγευμα δε της Καθαράς Δευτέρας μέγα πλήθος εξήλθε διασκορπισθέν εις διάφορα σημεία της πόλεως προς εορτασμόν του καρναβά. Αι άμαξαι ιδίως ήσαν εις αέναον κίνησιν. Μεταφέρουσαι διαφόρους ομίλους και οικογενείας εν μεγίστω αριθμώ εις την γραφικήν θέσιν Λαζαρέτα, παρά τον άγιον Ελευθέριον, ένθα υπό τους ήχους της λατέρνας επεδόθησαν εις τον χορόν μέχρι της δύσεως του ηλίου, ότε ανεχώρησαν εκείθεν φαιδροί και εύθυμοι, ευχόμενοι και του χρόνου, καλήν Τεσσαρακοστήν και Καλόν Πάσχα».
«Τσαμπούνες και συρτοί οργανάκια, ξενυκτισμένα τα ζεμπέκια. Ο ταραμάς, τα τουρσιά,οι ελιές, τα κρομμύδια, τα βραχόκουκα εστόλιζαν τα στρωμένα επί γης τραπέζια».
Το Ιούλιο 1915 (ο Βαμβακάρης δέκα χρόνων και βαθύς γνώστης πια του συριανού περιθωρίου) δημοσιεύτηκε κάποιο άρθρο στην εφημερίδα «Το Βήμα» της Ερμούπολης, που κακίζει τους καφεπώλες της πλατείας για την κατάληψη της πλατείας από τα τραπεζάκια τους. Αυτό το έκαναν για να απολαμβάνουν περισσότεροι θαμώνες τα μάγια της μουσικής, αλλά είχε ως επακόλουθο να αυξηθούν και οι ανήλικοι «περιπολούντες» ζητιάνοι:
«Δύο κακά ήρξαντο ανοικτιρμόνως μαστίζοντα τα υπό των φοβερών καυμάτων των ημερών αυτών συναγειρόμενα εν τη πλατεία Μιαούλη πλήθη προς αναψυχήν, οι καφεπώλαι των περί την πλατείαν καφενείων, οίτινες, μη αρκούμενοι εις την δια των τραπεζών και των καθισμάτων των κατάληψιν των προ των καφενείων των ασκεπών χώρων, επέδραμον και εις την πλατείαν, ην καταλαμβάνουσι δια τριπλών και τετραπλών τραπεζοστοιχιών, παρακωλύοντες ούτω πάσαν εν αυτή κίνησιν και οι αποτρόπαιοι την ρυπαρότητα επαίται οίτινες δια των επιμόνων προς ελεημοσύνην προλιπαρήσεών των εξερεθίζουν τα νεύρα των ψυχραιμοτέρων, μέχρι του να εξαναγκάζουσι πολλάκις τους νευρικωτέρους εις χειροδικείας…»
Ας μείνουμε για λίγο στα 1914 και ας αναφέρουμε ορισμένα φαιδρά και δυσάρεστα του μοιραίου, όπως όλα άλλωστε, χρόνου 1914. Έχουμε και λέμε λοιπόν:
– Απαγωγές ανηλίκων κοριτσιών που καταλήγουν, ευτυχώς, σε γάμο.
– Στις συνοικίες Ψαριανά, Τρεις Μύλοι, Νεάπολη, Βρυσαράκια και Καταλύματα (περιοχή των «κοινών» γυναικών) η επιδημία της ευλογιάς κάνει θραύση με δεκάδες θύματα. Συνιστάται καθαριότητα και εμβολιασμός. Στην Άνω Σύρο τα κρούσματα είναι λιγότερα.
– Συνεχείς κλοπές σε σπίτια και καταστήματα. Ελάχιστοι από τους δράστες συλλαμβάνονται.
– Ευτυχείς γάμοι και αρραβώνες. Προαγωγές στρατιωτικών, μεταθέσεις δημοσίων υπαλλήλων, διορισμοί, κατάπλοι πολεμικών πλοίων, μνημόσυνα πεσόντων στους Βαλκανικούς πολέμους. Ο Δημήτριος Βαφιαδάκης χρηματοδοτεί την ανέγερση οβελίσκου με σκοπό να γραφούν όλα τα ονόματα των πεσόντων Κυκλαδιτών. Η περιοχή ονομάζεται έκτοτε Ηρώον (περιοχή της Άμμου), από το οποίο ξεκινούν οι δρόμοι για τις εξοχές και τα πολυάριθμα εργοστάσια. Ανάμεσά τους και το εργοστάσιο Δεληγιάννη, όπου δούλευε ο Βαμβακάρης με τη μητέρα του. Την περιοχή του Ηρώου την αναφέρει και στις αναμνήσεις του.
– Αιματηρές συμπλοκές νταήδων με μαχαίρια, ξιφολόγχες και μαχαιρίδια «μεταξύ δύο λούστρων», μια συμπαθητική εργατική τάξη η οποία εξέλιπε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, από την Ερμούπολη.
– Απόπειρες βιασμού ανηλίκων παιδιών. Τους περισσότερους δράστες τους τσακώνανε για τα περαιτέρω.
– Συλλήψεις κυβοπαικτών, λιποτακτών και των «ανά των οδών κοιμωμένων αγυιοπαίδων».
– Κατασχέσεις παιγνιοχάρτων, λαθρεμπόριο καπνού, σπίρτων και χταποδιών.
***
Για τα διαβόητα παιχνίδια μπαρμπούτι και παπάς,τα οποία λάμπουν και θριαμβεύουν ως τις μέρες μας, όπως επίσης για τα τυχερά παιχνίδια του φτωχού λαού και τον επικείμενο εθισμό των παιδιών, οι συριανές εφημερίδες έγραφαν ανελλιπώς ήδη από τον 19ο αιώνα. Ιδού, ενδεικτικά πάλι, ένα άρθρο της συριανής εφημερίδας «Ήλιος» της 3 Ιανουαρίου 1893:
«Ευχαρίστως είδομεν ότι η αστυνομία Αθηνών κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως απηγόρευσεν αυστηρώς το κατά την πρωτοχρονιάν εν λέσχαις και καφενείοις χαρτοπαίγνιον, η δε διαταγή ετηρήθη, του διευθυντού κ. Μπαϊρακτάρη [του επίσης διαβόητου] αυτοπροσώπως καταδιώξαντος τους αποπειραθέντας να χαρτοπαίξωσι. Αλλ’ ενταύθα ατυχώς δεν εγένετο τοιούτόν τι, από της Πέμπτης έως την μεσημβρίαν και την ημέραν της πρωτοχρονιάς και την επομένην ακόμη, εις όλα τα δημόσια κέντρα απολύτως ετελείτο το χαρτοπαίγνιον. Επρώτευσε κυρίως η οδός Ερμού και αι περί αυτήν όπου η ρολέτα, το κόκκινο ή μαύρο, το καμπαναριό, ο μιναρές και αυτό το ιστορικόν των Γενιτσάρων μπαρμπούτι (γραμμένο με μαύρα γράμματα) επαίζετο ελευθέρως, της εξουσίας παρασχούσης εις τον λαόν τα μέσα να διασκεδάση χάνων τα λεπτά του. Αλλά και πασέτα και τα πλακάκια επαίζοντο και ο εξ Αθηνών και πάσης Ελλάδος καταδιωχθείς παπάς [κι αυτό με μαύρα γράμματα], ευρών ενταύθα καταφύγιον, εδιδάσκετο εν γνώσει και τη ανοχή των αρχών υπό γνωστών λωποδυτών, εις μαθητάς των γυμνασίων και παιδίσκας των δημοτικών σχολείων. Μόλις δε το εσπέρας της Παρασκευής γενομένων πολλών ερίδων, ων τινες κατέληξαν εις συμπλοκάς, παρεμβάσα η χωροφυλακή διέκοψε την εν ταις οδοίς και δημοσία κυβείαν και το χαρτοπαίγνιον».
Κι ένα σημείωμα της εφ. «Παλιγγενεσία» της 3 Οκτωβρίου 1916:
«Διερχόμενοι εκ τινος παρά την Πλατείαν Μιαούλη οδού παρετηρήσαμεν αγυιόπαιδας, οίτινες όλως ανενόχλητοι εν μέση οδώ έπαιζον κύβους [ζάρια]. Φρονούμεν ότι καθήκον έχει η Αστυνομία ίνα φροντίση να καταστείλη το κακόν τούτο, διότι εκτός του ότι και ούτοι καταστρέφονται δια τούτου, δεν αρμόζει εν μέσω της κεντρικωτάτης οδού της πόλεως να φαίνωνται τοιαύται ασχημίαι. Ένεκα τούτου δέον να ληφθή μία πρόνοια δι’ αμφοτέρους τους λόγους ους ανωτέρω αναφέρομεν».
Η εφ. «Παλιγγενεσία» της Ερμούπολης έγραφε στις 17 Ιανουαρίου 1915:
…Δι ο επιβάλλεται εις την Αστυνομίαν όπως εξαλείψει την τοιαύτην ασχημίαν της επαιτείας […] αλλά και να επιθεωρώσι μερικά κουτούκια εν ταις συνοικίαις και εκτός της πόλεως, ένθα συχνάζουσιν όλως ανήλικοι παίδες, επιδιδόμενοι εις την οινοποσίαν και βυθιζόμενοι προώρως εις την κατάχρησιν, κινδυνεύοντες ούτω να καταντήσωσι θάττον ή βράδιον αλκοολικοί και έκφυλοι. Διότι ο αστυνομικός απαιτείται να είνε και ολίγον παιδαγωγικός· άνευ δε τούτων είνε ατυχής, ει μη άχρηστος, και επομένως ακατάλληλος προς αστυνομικήν υπηρεσίαν».
Οι «κοινές» γυναίκες στην Ερμούπολη την περίοδο 1905-1920
Αυτοβιογραφία: «Ότι βρωμοδουλειά εγινότανε στη Σύρα, όλα τα ’βλεπα μπροστά μου π.χ. κάτι μικροκλοπές, κάτι ζάρια, χαρτιά, κάτι κακόφημοι οίκοι. Έβλεπα τις ελεύθερες γυναίκες στα δημόσια [πορνεία]. Μάλλον επέρναγα από κάτω και επειδή επούλαγα εφημερίδες και περιοδικά με φωνάζαν οι γυναίκες: “έλα βρε απάνω”. Πήγαινα, μου δίναν λεφτά, με χαδέβανε, αλλά εγώ αγρόν ηγόραζα».
Ο Βαμβακάρης πρέπει τότε να ήταν ανάμεσα στα οχτώ με δέκα χρόνια του. Κλοπές, ζάρια και χαρτιά που αναφέρει τα έχω ενσωματώσει σε άλλες ενότητες. Ενδεικτικά αναφέρω ένα μόνο περιστατικό, του 1916, μικροκλοπής που ασφαλώς θα το έμαθε: «Άγνωστοι εισελθόντες εκ του ανοικτού παραθύρου του καφεπώλου κ. Ιω. Σταμ., καθ’ ην ώραν απουσίαζεν αφήρεσαν διαφορά εσώρουχα, μανδύλια και δύο δακτυλίδια, μίαν καρφίδα και απήλθον ανενόχλητοι…».
Ας έρθουμε στις «κοινές» αφού ορισμένες είχαν εγκατασταθεί ομαδικά πλέον στο κέντρο σχεδόν της Ερμούπολης, στην άκρη του λιμανιού, σε κάπως, τότε, απόκεντρο σημείο. Μου φαίνεται παράλογο να πήγαινε ο Βαμβακάρης να πουλήσει εφημερίδες και περιοδικά στο «γκέτο» των κοινών γυναικών, στην περιοχή των Καταλυμάτων. Εκείνο το «επέρναγα από κάτω και με φωνάζαν» ασφαλώς παραπέμπει τουλάχιστον σε διώροφα κτίρια με μπαλκόνι, κάτι που δεν είχαν τα Καταλύματα. Εκεί, όπως τα περιγράφει ο Θωμάς Δρίκος, ήταν μονώροφες άθλιες οικίες. Τα δημοσιεύματα του συριανού Τύπου, ιδίως του 19ου αιώνα, είναι άπειρα.
Στα 1908 (ο Βαμβακάρης τριών χρόνων) και αφού στο μεταξύ έχουν γραφεί και πλήθος άλλα σημειώματα στις εφημερίδες για τις γυναίκες της «απωλείας», υπάρχει και τούτο το απρόοπτο.
«Η αστυνομία Σύρου συλλαβούσα πάσας τας εν τη συνοικία των Καταλυμάτων ιεροδούλους και εγκλείσασα αυτάς εις ένα των παρά το παλαιόν ιχθυοπωλείον οίκων ασωτείας επεβίβασε την εσπέραν της προχθές του δια τον Πειραιά ατμοπλοίου απελάσασα πάσας εκεί. Ταυτοχρόνως απηγόρευσε την εν τοις οίκοις τούτοις ενοίκησιν άλλων ιεροδούλων. Αγνοούμεν προς τίνα σκοπόν κατέφυγεν η αστυνομία εις το μέτρον τούτο και απεφάσισεν ούτως να καταργήση τα χαμαιτυπεία, αλλ’ έπραξε κάκιστα, διότι ούτω θα επαυξηθή η κατ’ ιδίαν αισχρότης, και δεν θα υπάρχη ουδεμία επιτήρησις. Εάν δε νομίζει ότι δέον να υποστηρίξη τους υπάρχοντας οίκους ανοχής τον άνεμον διώκει, διότι ο πτωχός κόσμος δεν καταβάλλει αριστοκρατικά τέλη προς τοιούτον σκοπόν…».
Εννοείται ότι οι γυναίκες επιστρέψανε την άλλη κιόλας μέρα στην Ερμούπολη όχι με ιδιωτικά κότερα φυσικά αλλά με τα πλοία της γραμμής!
Στις 27.8.1911 (ο Βαμβακάρης έξι χρόνων και φυσικά δεν πήρε είδηση για τα συμβαίνοντα) δημοσιεύεται ακόμη μία είδηση αλλά αυτή τη φορά αφορούσε “επιχείρηση αρετής” της αστυνομίας, η οποία αστυνομία “συναθροίσασα πάσας τας ανά τας συνοικίας διασκορπισμένας ιεροδούλους της Αφροδίτης, υπέβαλεν αυτάς εις την κεκανονισμένην επίσκεψιν του αστυνομικού ιατρού όστις απέστειλεν αρκετάς εξ αυτών εις το νοσοκομείον, ευρών αυτάς πασχούσας εκ διαφόρων αφροδισίων παθημάτων…”.
Στα 1913 (ο Βαμβακάρης οχτώ χρόνων) άνοιξε πορνείο στο κέντρο ακριβώς της Ερμούπολης, δίπλα σε τίμια σπίτια: